O Τομ Χανκς χαμογελάει, κάνει αστεία για την πολιτογράφισή του, δείχνει συγκινημένος και ευγνώμων στις Χρυσές Σφαίρες και κάποιοι αναρωτιούνται αν είναι πράγματι τόσο καλός άνθρωπος όσο δείχνει. Η έκπληξη είναι ότι ναι, είναι. Αποφασισμένα: Ένας πολύ φωτεινός άνθρωπος με ένα σκοτεινό παρελθόν.

Το 2008, όταν γύριζε την ταινία «Angels & Demons» στη Ρώμη, δίπλα στο Πάνθεον, μια νύφη με τον πατέρα της δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την εκκλησία, λόγω των γυρισμάτων. Ο Χανκς σταμάτησε τα γυρίσματα και τους συνόδευσε στο ιερό για να παντρευτεί η κοπέλα.

Το 2015, σταμάτησε στον πάγκο που είχαν στήσει κάποιες προσκοπίνες, αγόρασε κάποια πράγματα και δώρισε επιπλέον 20 δολάρια, ενώ προσφέρθηκε να βγάλει και σέλφι με τους περαστικούς δίνοντάς τους ένα κίνητρο να αγοράσουν και αυτοί κάτι. Την ίδια χρονιά βρήκε πεταμένη στο πάρκο την ταυτότητα μιας φοιτήτριας και χρησιμοποίησε το λογαριασμό του στο Twitter για να τη βρει και να της την επιστρέψει.

Το 1997, πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα της «Διάσωσης του Στρατιώτη Ράιαν», ο Στίβεν Σπίλμπεργκ ζήτησε από τα μέλη του καστ να κάνουν στρατιωτική εκπαίδευση στα δάση μαζί με έναν πρώην πεζοναύτη. Αφού πέρασαν μια ολόκληρη μέρα στη βροχή, όλοι ψήφισαν να σταματήσει η εκπαίδευση. Εκτός από τον Χανκς, ο οποίος επέλεξε να κάνει τη δουλειά για την οποία πληρώνεται (γενναία) και έπεισε και τους υπόλοιπους να συνεχίσουν.

Η ζωή του και η καριέρα του είναι γεμάτες από τέτοια περιστατικά. Το παράξενο είναι ότι δεν τα προσποιείται. Είναι αυθεντικά έτσι. Όχι τυχαία. Από απόφαση.

«Είναι απλώς ο Τομ Χανκς»
Ένα ας πούμε ενδιαφέρον trivial είναι ότι ο Χανκς είναι μακρινός συγγενής του Αβραάμ Λίνκολ. Το επίθετο της μητέρας του Λίνκολ, Νάνσυ, ήταν Χανκς και πρόκειται για την ίδια οικογένεια. Πάρα πολλά χρόνια αργότερα, ένας άλλος εξίσου αγαπητός και δημοφιλής Πρόεδρος, ο Μπαράκ Ομπάμα, έλεγε για τον Χανκς, με τον οποίο είναι παλιοί φίλοι: «Οι άνθρωποι λένε ότι ο Χανκς είναι η επιτομή όλων των χαρακτήρων του Χόλιγουντ. Ότι είναι ο Τζίμι Στιούαρτ ή ο Γκάρι Κούπερ της γενιάς του. Αλλά, στην πραγματικότητα είναι απλώς ο Τομ Χανκς. Και αυτό είναι αρκετό. Είναι περισσότερο από αρκετό».

Δύο χρόνια αργότερα, ο Ομπάμα του απένειμε το Προεδρικό μετάλλιο της Ελευθερίας.

 

Οι δημοσιογράφοι που έχουν συναντήσει τον Χανκς λένε κάτι που ακούγεται σαν αστείο: Ο Χανκς είναι ο μόνος ηθοποιός στο Χόλιγουντ που περιμένει τους δημοσιογράφους στα ραντεβού τους, αντί να τους στήνει για κανα δίωρο. «Εδώ και καιρό έχω μάθει ότι είναι σημαντικό να είσαι εκεί όχι στην ώρα σου αλλά λίγο νωρίτερα. Να σέβεσαι την όλη διαδικασία, όποια κι αν είναι αυτή. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να σέβεσαι την όλη διαδικασία, όποια κι αν είναι αυτή, ακόμα και όταν δεν τη σέβονται οι άλλοι άνθρωποι», έχει πει ο ίδιος.

Ναι, αλλά δεν παίζει τον εαυτό του
Ο ίδιος, παρόλα αυτά, δεν χαίρεται καθόλου όταν διαβάζει για τον εαυτό του ιστορίες του τύπου «πόσο καταπληκτικά καλός άνθρωπος είναι». Στην τελευταία του ταινία παίζει έναν άλλο -αληθινό- καταπληκτικά καλό άνθρωπο, τον Μίστερ Ρότζερς. «Δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα. Απλώς να παίξει τον εαυτό του», έγραψε ένας κριτικός κινηματογράφου σε κάποιο άρθρο και ο Χανκς εκνευρίστηκε. Όσο μπορεί να εκνευριστεί. «Είναι δουλειά. Αυτό που κάνω είναι δουλειά. Σκληρή δουλειά», απάντησε.

Έχουν περάσει 24 χρόνια από τότε που πήρε το τελευταίο του Όσκαρ (δύο στη σειρά για την ακρίβεια, για το «Φιλαδέλφεια» και το «Φόρεστ Γκαμπ») και 18 χρόνια από την τελευταία του υποψηφιότητα. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται, λοιπόν, είναι η υπόνοια ότι δεν παίζει όταν υποδύεται τον Μίστερ Ρότζερς, απλά είναι εκεί. Αυτή είναι γενικώς η εντύπωση που καταδιώκει τον Χανκς τα τελευταία χρόνια, ακόμα κι όταν παίζει απαιτητικούς ρόλους όπως αυτός στην ταινία «Kάπτεν Φίλιπς». Ότι δεν παίζει. Απλά είναι εκεί.

Ένας δημοσιογράφος, σε συνέντευξη Τύπου, το πήγε ακόμα πιο μακριά: «Στην πραγματικότητα υποδύεστε τον Τομ Χανκς», του είπε. «Απλώς πιο αργά».

Ο Χανκς απάντησε ότι για να πετύχει αυτό το «αργά» δούλεψε πάρα πολύ, ήταν ένας δύσκολος ρόλος: «Είναι πολύ δύσκολο να πετύχεις το ‘αργά’ χωρίς το αποτέλεσμα να φανεί ‘χαζά’», είπε.

Έχει δίκιο που υποστηρίζει τόσο ένθερμα την υποκριτική του: Σε έναν κόσμο στον οποίο τα σκάνδαλα είναι τα μόνα που κάνουν πρωτοσέλιδο και πιθανώς οδηγούν στα βραβεία, ο ίδιος δεν έχει να επιδείξει απολύτως κανένα στη μακρόχρονη καριέρα του. Ούτε καν μια δύσκολη στιγμή στο γάμο του με την -κάπως- Ελληνίδα Ρίτα Γουίλσον, ο οποίος είναι επίσης μακρύς κι ευτυχισμένος.

Σύντομο ανέκδοτο: Ένας σταρ χωρίς σκάνδαλα
Δεν τον πειράζει να δίνει συνεντεύξεις. Δίνει πολλές. Τον πειράζει όταν διαπιστώνει ότι η συνέντευξη προσπαθεί να βγάλει λαυράκι: «Μισώ τις συνεντεύξεις στις οποίες πρεπει σώνει και καλά να πω κάτι ενδιαφέρον. Τελικά καταλήγουν σα ρόλος σε ταινία: Πρέπει να υποδύεσαι κάτι που δεν είσαι για να γίνεις ο ίδιος ενδιαφέρων», έχει πει. Όπως, όταν τον ρωτούν για το διαζύγιό του, ναι, έχει ένα: Το 1985 χώρισε από την πρώτη του σύζυγο, τη Σαμάνθα Λιούις, με την οποία έκαναν δύο παιδιά, τον Κόλιν και την Ελίζαμπεθ. Μετά, ο Χανκς παντρεύτηκε τη Ρίτα Γουίλσον με την οποία συμπρωταγωνιστούσαν στην ταινία «Εθελοντές». Έκαναν δύο γιους, τον Τσέστερ και τον Τρούμαν. Το διαζύγιο ήταν φιλικό. «Τι να πω; Ναι, πήραμε διαζύγιο. Που βλέπετε το δράμα σε αυτό;», απαντάει.

Η βασική ερώτηση που θέλει να κάνει κανείς στον Τομ Χανκς, όμως, είναι μια:

«Δεν έχεις σκοτεινή πλευρά;».

«Ναι, φυσικά», απάντησε πρόσφατα σε δημοσιογράφο των New Yοrk Times. «Την έχω κρυμμένη τόσα χρόνια κι επιτέλους ήλθε η ώρα να την αποκαλύψω στους New York Times…» Όλοι, πάντως, όσοι του έχουν πάρει συνέντευξη, λένε το ίδιο πράγμα: Δεν απαξιώνει τους δημοσιογράφους όπως οι περισσότεροι σταρ. Ίσως επειδή ο Τύπος του έχει φερθεί καλά. Ή τουλάχιστον δεν τον έχει θάψει.

Τα παιδιά του είναι εξίσου «κανονικά» με τον ίδιο: Ο Κολιν είναι ηθοποιός και έχει μια εταιρεία με χαρτομάντηλα, την οποία ονομάζει αναμενόμενα Hanks Kerchiefs (στα αγγλικά το χαρτομάντηλο λέγεται hankerchief).

Η Ελίζαμπεθ είναι συγγραφέας. Ο Τσέστερ κάνει καριέρα στη ραπ και τώρα παίζει έναν ράπερ στη σειρά Empire. Και ο Τρούμαν εργάζεται στα κινηματογραφικά πλατό, ενώ έχει πάρει πτυχίο μαθηματικών από το Στάνφορντ, κάτι που κάνει τον πατέρα του πολύ υπερήφανο.

Και που είναι, λοιπόν, το δράμα; Όπου πάντα: Στα παιδικά χρόνια
Ο Χανκς μεγάλωσε στη Βόρεια Καλιφόρνια. Ήταν 5 όταν οι γονείς του πήραν διαζύγιο και ο ίδιος με τα αδέλφια του (έναν μεγαλύτερο αδελφό και μια μεγαλύτερη αδελφή) πήγαν να ζήσουν με τον πατέρα τους, ενώ ένας άλλος αδελφός έμεινε με τη μητέρα τους. Και οι δύο γονείς τα έβγαζαν πέρα δύσκολα. Ο πατέρας του εργαζόταν ως σερβιτόρος και έκανε αρκετούς γάμους ακόμα, ενώ η οικογένεια μετακόμιζε συχνά.

Ο Χανκς και τα αδέλφια του έπρεπε να φροντίζουν το σπίτι τις ατελείωτες ώρες που ο πατέρας τους έλειπε. Και έμαθαν τη ζωή κυρίως μέσα από την τηλεόραση: «Κανείς δεν μου έμαθε ποτέ πώς να βουρτσίζω τα δόντια μου», έχει πει. «Είχα δει μια διαφήμιση που έλεγε ότι τρως ένα μήλο και τα δόντια σου είναι καθαρά, οπότε έτρωγα ένα μήλο και πίστευα ότι ήταν οκ».

Δεν θύμωσε ποτέ με τους γονείς του. Μέχρι σήμερα, δεν είναι θυμωμένος μαζί τους. Είδε και κατάλαβε πόσο δύσκολο τους ήταν να λειτουργήσουν. Οι ίδιοι δεν του εξήγησαν ποτέ τίποτα. Αλλά ο ίδιος στην πορεία κατάλαβε ότι αυτόι συνέβη επειδή «δεν είχαν τον τρόπο. Δεν είχαν το λεξιλόγιο. Και ήταν οι ίδιοι τόσο καταρρακωμένοι από το μίσος προς τον εαυτό τους και τις ενοχές και όλα αυτά, και εμείς είμασταν τέσσερις και απλώς δεν μπορούσαν. Τώρα έχω τέσσερα παιδιά κι εγώ και όταν αρχίζεις να έχεις δικά σου παιδιά, τότε το καταλαβαίνεις και λες, α, τελικά ήταν τόσο απλό, το ΄χω».

Κάποτε η Όπρα Γουίνφρεϊ τον ρώτησε πώς είναι να μεγαλώνεις σε μια δυσλειτουργική οικογένεια και της απάντησε: «Ποιους εννοείς;» Μετά από λίγα δευτερόλεπτα αμηχανίας, συμπλήρωσε γελώντας: «Α, εμείς είμαστε, ναι».

Δεν σκέφτηκε, όπως λέει, τον εαυτό του ποτέ έτσι: Σαν το μέλος μιας δυσλειτουργικής οικογένειας. Στο βάθος του, όμως, λογικά ήξερε ότι κάτι δεν πάει καλά, όταν άρχισε -στα 19 του- να μαζεύει γραφομηχανές. Πολλές γραφομηχανές. Εκατοντάδες γραφομηχανές… «Ίσως είναι αυτό που όταν ήμουν μικρός μετακομίζαμε συνέχεια και δεν μπορούσα να κρατήσω ποτέ τα πράγματα που αγαπούσα», λέει. «Δεν είχα τίποτα, δεν υπάρχει ούτε ένα αντικείμενο που να έμεινε μαζί μου σε όλη μου τη ζωή. Δεν έχω τίποτα από όταν ήμουν 3 ή 5 χρονών».

Την πρώτη του γραφομηχανή τού την έδωσε ένας φίλος του. Την πήγε για σέρβις και ο άνθρωπος τού είπε: «Είναι ένα παιχνίδι, Γιατί χρησιμοποιείς ένα παιχνίδι;» Ο ίδιος άνθρωπος του πούλησε μια πραγματική γραφομηχανή, μια Hermes 2000. Τότε σκέφτηκε για πρώτη φορά ότι έχει ένα αντικείμενο που μπορεί να μείνει μαζί του για πάντα. Ή έστω για πολύ καιρό. «Με ανακούφισε η σκέψη. Με ανακούφισε η σκέψη ότι έχω επιτέλοιυς κάτι που μπορώ να πάρω μαζί μου παντού. Ακόμα με ανακουφίζει», λέει.

Μέχρι σήμερα στέλνει σημειώματα σε φίλους και συνεργάτες, γραμμένα σ’ αυτές τις γραφομηχανές. Και όταν γύριζε το Φόρεστ Γκάμπ, έγραφε ένα εβδομαδιαίο Newsletter για τα όσα συνέβαιναν στα γυρίσματα. Και βέβαια, με τις γραφομηχανές του έγραψε το βιβλίο διηγημάτων «Uncommon Type».

Αγαπάει τις γραφομηχανές επειδή είναι, όπως λέει «ένας ευφυής συνδυασμός τέχνης και μηχανικής. Κάθε μια είναι τόσο διαφορετική από τις άλλες, όσο και τα δαχτυλικά αποτυπώματα. Κάθε φορά που γράφεις κάτι σε γραφομηχανή, είναι σαν ένα έργο τέχνης».

Ίσως ήταν και η ανάγκη του να μιλήσει. Ο ίδιος, όπως δεν του μίλησε κανείς όταν ήταν παιδί: «Σκέφτομαι τα λάθη που έκανα με τα δικά μου παιδιά», λέει. «Όταν γεννήθηκαν τα δύο πρώτα, δεν είχα χρόνο γι αυτά, έτρεχα να γίνω κάτι, να βγάλω χρήματα. Αυτό, όμως, δημιούργησε κάποιου είδους κατανόηση μεταξύ μας. Τα άλλα δύο μου παιδιά γεννήθηκαν όταν ήμουν ήδη πετυχημένος. Είχαν πολύ διαφορετική ζωή». Η οικογένειά του δείχνει -και είναι- αγαπημένη. Ο ίδιος παραδέχεται, όμως, ότι είναι δύσκολο να είσαι γονιός: Δεν υπάρχει συνταγή. «Σκέφτηκα κάποια στιγμή ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να λες στα παιδιά σου ότι τα αγαπάς, ότι δεν μπορούν να σε πληγώσουν ότι κι αν κάνουν, να τους ζητάς που και που συγνώμη και να τα ρωτάς τι μπορείς να κάνεις γι αυτά, ώστε να αισθάνονται ασφαλή», λέει. «Αυτό είναι όλο».

Γιατί δεν παίζει ποτέ τον κακό;
Η απάντηση είναι απλή: Επειδή δεν μπορεί. Δεν αισθάνεται ότι έχει μέσα του αυτή την ικανότητα να τρομάζει τους ανθρώπους, την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε ένα άτομο που θέλει και μπορεί να σε βλάψει. Συνεπώς, σταμάτησε να προσπαθεί. «Θα ήταν απλώς αποτυχία», έχει απαντήσει. Δεν ήταν όλοι του οι χαρακτήρες άγιοι, αλλά ακόμα και οι όχι τόσο καλοί που ερμήνευσε ήταν «κακοί με σκοπό». Δεν θα μπορούσε, λέει, να παίξει ποτέ έναν άνθρωπο που σκοτώνει χωρίς λόγο, επειδή πάντα στους ρόλους του χρειάζεται να καταλαβαίνει το κίνητρο. Γι αυτό και η εταιρεία παραγωγής του, η Playtone, κάνει τόσο πολλές δραματοποιημένες ιστορίες πραγματικών χαρακτήρων, τους οποίους και ερμηνεύει: «Καταλαβαίνω καλύτερα τους πραγματικούς χαρακτήρες, οι αληθινοί άνθρωποι έχουν αληθινά κίνητρα, είναι σύνθετοι αλλά με ένα ρεαλιστικό τρόπο», καταλήγει.

Αυτό είναι πιθανώς το θεμέλιο πάνω στο οποίο έχτισε την ενήλικη ζωή του και κατάφερε να επιβιώσει της παιδικής του ηλικίας: Να επεξεργάζεται να αναλύει και να κατανοεί τα πάντα. Τα πώς και τα γιατί. Καθόλου εύκολο πράγμα…

Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να δίνει τις γραφομηχανές του. Του έχουν μείνει μόλις 120 και πιστεύει ότι στο τέλος θα του μείνει μόνο μια, αν και δεν έχει επιλέξει ακόμα ποια θα είναι, μάλλον μια Olivetti. Ο λόγος που τις δίνει είναι προφανής:

Έχει μια γυναίκα με την οποία αγαπιούνται πολύ, τα παιδιά του γύρω του, ασφάλεια και αρκετά χρήματα ώστε να μην χρειάζεται πλέον να μετακινείται διαρκώς. Και κυρίως, επειδή ξέρει.

Έχει κατανοήσει.