Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Δράσεις και πρωτοβουλίες για μείωση  του περιβαλλοντικού αποτυπώματος | in.gr

 

Στην ασυνήθιστα ζεστή για την εποχή Θεσσαλονίκη ο κόσμος κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να μείνει λίγο ακόμη έξω. Τα υπαίθρια τραπεζάκια των καφέ και των εστιατορίων έχουν την τιμητική τους, δίχως μάλιστα να χρειάζονται ακόμη και τη νύχτα οι γνωστές σόμπες. Το βράδυ της Πέμπτης, ωστόσο, υπήρχε πραγματικά καλός λόγος ώστε να γεμίσει τουλάχιστον μία κλειστή αίθουσα στην πόλη. Το 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης άνοιξε την αυλαία του στο κατάμεστο Ολύμπιον της πλατείας Αριστοτέλους, εκεί όπου η «φυλή» του σινεμά συγκεντρώθηκε για να γιορτάσει φυσικά την έναρξη, αλλά και για να απολαύσει στη μεγάλη οθόνη το πιο πρόσφατο έργο ενός μύθου.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής Ορέστης Ανδρεαδάκης, ο άνθρωπος που «μπορεί να σε πείσει να κάνεις οτιδήποτε μέσα σε 120 δευτερόλεπτα», σύμφωνα με τον παρουσιαστή της βραδιάς, Γιώργο Καπουτζίδη, ήταν πολύ χαρούμενος, διότι κατάφερε, έπειτα από προσπάθεια μηνών όπως μας είπε, να φέρει το «Fabelmans» του Στίβεν Σπίλμπεργκ στη Θεσσαλονίκη. Και όντως άξιζε τον κόπο. Ιδανική ταινία έναρξης για οποιοδήποτε κινηματογραφικό φεστιβάλ του κόσμου, το φιλμ του βετεράνου σκηνοθέτη αποτελεί πρώτα από όλα μια ερωτική επιστολή στο ίδιο το σινεμά. Στη μαγεία της μεγάλης οθόνης, αλλά και στην τέχνη των κινούμενων εικόνων. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια εκ βαθέων προσωπική εξομολόγηση του Σπίλμπεργκ, ανατρέχοντας στην παιδική και στην εφηβική του ηλικία.

Η δική του οικογένεια είναι προφανώς οι Fabelmans, με τον πατέρα Μπερτ (Πολ Ντέινο), τη μητέρα Μίτζι (απίθανη η Μισέλ Γουίλιαμς), τις τρεις κόρες και τον γιο, Σάμι. Ο τελευταίος, πίσω από τον οποίο κρύβεται ο ίδιος ο Αμερικανός κινηματογραφιστής, ερωτεύεται την Εβδομη Τέχνη κεραυνοβόλα και περνάει όλη την επόμενη δεκαετία φτιάχνοντας τα δικά του ερασιτεχνικά ταινιάκια. Στο ενδιάμεσο μεσολαβούν μετακομίσεις, οικογενειακά δράματα, χαρές και λύπες: όλος αυτός ο χορός της ζωής περνάει μπροστά από την κάμερα με αξιοζήλευτο για οποιονδήποτε σύγχρονο σκηνοθέτη ρυθμό, στο κορυφαίο αναμφίβολα έργο του Σπίλμπεργκ εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες.

Το 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης άνοιξε την αυλαία του στο κατάμεστο Ολύμπιον.

Οπως είπαμε πάντως, στη Θεσσαλονίκη κάνει ζέστη, οπότε και το καθιερωμένο πάρτι της έναρξης μεταφέρθηκε (άτυπα) από το εσωτερικό της Αποθήκης Γ του λιμανιού ακριβώς απ’ έξω, όπου προτίμησαν να σταθούν οι περισσότεροι. Στα σχετικά «πηγαδάκια» αρκετοί αναρωτιούνταν ποιες θα είναι οι δύο καινούργιες ξένες παραγωγές που θα αρχίσουν σύντομα γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε στην τελετή ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, Απόστολος Τζιτζικώστας. Περισσότερα επ’ αυτού από βδομάδα.

Στο μεταξύ, η πόλη μπαίνει πια σιγά σιγά σε ρυθμούς φεστιβάλ κι εμείς παίρνουμε θέση στις αίθουσες. Εκεί προλάβαμε να δούμε τη «Γραμμή», φιλμ της Ελβετίδας Ούρσουλα Μέιερε, η οποία αφηγείται μια ιστορία βίαιης σύγκρουσης μεταξύ μάνας και κόρης. Με την εξαιρετική Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι στον ρόλο της πρώτης, η ταινία καταφέρνει να δώσει μια εναλλακτική ματιά στις σύγχρονες οικογενειακές σχέσεις, έχοντας ως ατού και τη φωτογραφία της σπουδαίας Ανιές Γκοντάρ. Ενδιαφέρον είχε και «Η βασίλισσα της κωμωδίας» της Σουηδής Σάνα Λένκεν, η οποία έχει για πρωταγωνίστρια μια 13χρονη που αποφασίζει να γίνει αυτοσχεδιαστική κωμικός, με σκοπό να κάνει τον θλιμμένο πατέρα της να γελάσει.

Γενικώς οι γυναίκες δημιουργοί –και όχι μόνο– έχουν την τιμητική τους φέτος στη Θεσσαλονίκη, όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως στην τελετή έναρξης και είναι φανερό τόσο από την αφίσα όσο και από το ολοκαίνουργο σποτ της διοργάνωσης. Το τελευταίο, σε σκηνοθεσία της Εύης Καλογηροπούλου, απεικονίζει πέντε γυναίκες να ερμηνεύουν με ξεχωριστό τρόπο τα θρυλικά «Λαδάδικα» του Μάριου Τόκα και του Φίλιππου Γράψα. Αν πάντως κρίνουμε από την κάπως χλιαρή υποδοχή στην αίθουσα, οι Θεσσαλονικείς μάλλον προτιμούν την εκδοχή του Μητροπάνου.

 

ΠΗΓΗ  https://www.kathimerini.gr/