Αν και πολλοί νομίζουν ότι μόνο το τσάι έχει ευεργετικές ιδιότητες για το σώμα μας, ο καφές μας βοηθάει να καταπολεμήσουμε δύο πολύ σοβαρές ασθένειες, μάστιγα του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Έχει φανατικούς καταναλωτές, που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτόν. Αποτελεί για πολλούς το ξεκίνημα της ημέρας, χαρίζοντας ενέργεια, καλύτερη συγκέντρωση και διάθεση. Νέα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι τα οφέλη του καφέ δεν περιορίζονται αποκλειστικά σε αυτά, γεγονός που μάλλον θα κάνει ορισμένους να τον εντάξουν ακόμη περισσότερο στη ζωή τους.

Ειδικότερα, επιστήμονες από το Karolinska Intitutet της Σουηδίας υποστηρίζουν τώρα ότι η κατανάλωση καφεΐνης θα μπορούσε να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Η επιστημονική ομάδα υποστηρίζει ότι τρία φλιτζάνια καφέ την ημέρα είναι αρκετά για να παρέχουν όλα τα επιθυμητά οφέλη, τονίζουν ωστόσο ότι υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει κατά πόσο οι καταναλωτές καφεΐνης θα επωφεληθούν από την αγαπημένη τους συνήθεια.

Ο παράγοντας αυτός είναι η γενετική προδιάθεση που εμφανίζουν ορισμένοι άνθρωποι να μεταβολίζουν με πιο αργό ρυθμό την καφεΐνη, με αποτέλεσμα μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας να αποθηκεύονται στο αίμα τους.

Η θετική επίδραση της καφεΐνης στην ενίσχυση του μεταβολισμού, της καύσης του λίπους και της μείωσης της όρεξης έχει ήδη αποδειχθεί επιστημονικά. Η νέα μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καύσεις λίπους είναι ακόμη πιο ενισχυμένες στα άτομα που έχουν προδιάθεση να μεταβολίζουν αργά τη διεγερτική ουσία, μειώνοντας παράλληλα τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.

Ποια γονίδια επηρεάζουν τον μεταβολισμό της καφεΐνης;

Για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, η ομάδα προχώρησε σε μια ανασκόπηση 6 προγενέστερων μακροχρόνιων μελετών, που αφορούσαν σε 10.000 άτομα, κυρίως ευρωπαϊκής καταγωγής, θέλοντας να αποκαλύψει την επίδραση της καφεΐνης στο σωματικό λίπος και την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2, αλλά και να διερευνήσει πώς η σχέση μεταξύ καφεΐνης και οργανισμού επηρεάζεται από την ιδιαίτερη γενετική σύνθεση κάθε ανθρώπου.

Οι επιστήμονες εστίασαν σε δύο κοινές γενετικές παραλλαγές που υπαγορεύουν πόσο γρήγορα μεταβολίζεται η καφεΐνη στο σώμα, το CYP1A2 και το AHR. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι συμμετέχοντες που μεταβόλιζαν πιο αργά την καφεΐνη έτειναν να καταναλώνουν λιγότερο καφέ, έχοντας όμως παράλληλα μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας στο αίμα τους. Τα υψηλά επίπεδα καφεΐνης στο αίμα έδειξαν να συσχετίζονται με χαμηλότερο βάρος, σωματικό λίπος και κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, μόνο όμως για όσους είχαν αυτή τη γενετική προδιάθεση.