Η λέξη προέρχεται από το ελληνικό κύλιξ που σημαίνει “κύπελλο” και το οποίο είναι συγγενές με το λατινικό calix, την πηγή της αγγλικής λέξης “chalice”. Το “κύπελλο” λοιπόν, του Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής της ελληνικής κεραμικής, μια περίοδο από το 550 π.Χ. έως το 350 π.Χ. περίπου όπου και λειτουργούσε σαν media της εποχής αφού οι ζωγράφοι απεικόνιζαν κάθε είδους σκηνές από τη μυθολογία, πολέμους, αθλήματα και ερωτικές συναντήσεις ανθρώπων, σατύρων και θεών. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα κύπελλα, που κατασκευάζονταν από τον πλούσιο σε σίδηρο πηλό της χώρας, στα συμπόσια, τις συγκεντρώσεις με ποτό που περιελάμβαναν μουσική, ποίηση και συζητήσεις. Για την ιστορία, η κύλικας, στην αρχαία ελληνική κεραμική, ήταν ένα ευρύχωρο ποτήρι με οριζόντιες λαβές, μια από τις πιο δημοφιλείς μορφές κεραμικής από τους μυκηναϊκούς χρόνους έως την κλασική αθηναϊκή περίοδο.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ στο οποίο πρωτοστάτησαν οι New York Times, και οπως μεταδιδει το newmoney.gr, τα πρώτα θραύσματα έφτασαν στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης το 1978 και ήταν προϊόν αγοράς του μουσείου από έναν Ελβετό “έμπορο”. Ένα χρόνο αργότερα, αγοράστηκε ένα δεύτερο τμήμα του από μια γκαλερί στο Λος Άντζελες.

Αυτά τα κεραμικά κομμάτια – μέρος του συνονθυλεύματος των αρχαίων θραυσμάτων που το Μουσείο συλλέγει τακτικά – είχαν πάνω τους σχέδια που χαρακτηρίζουν την αρχαία ελληνική κεραμική. Ένας ειδικός του Met πίστευε ότι αποτελούσαν ένα μικρό μέρος ενός σημαντικού τεχνουργήματος, ενός ποτηριού, γνωστού ως κύλιξ.

Η σύνθεση της Κύλικας κομμάτι-κομμάτι

Σιγά-σιγά, λες και τα θραύσματα που έφταναν ήταν σταγόνες από μια σύγχρονη εκδοχή του κινέζικου βασανιστηρίου, μέσα στο διάστημα των επόμενων 16 ετών, οι ειδικοί του μουσείου διαπίστωσαν ότι, σαν κομμάτια από παζλ, τα κομμάτια συνέθεταν ένα παράξενο μοτίβο. Καθώς εκατοντάδες ανόμοια θραύσματα κεραμικών έφταναν στο Μουσείο -κάποια ως αγορές, κάποια ως δώρα- δεκάδες αποδείχθηκε ότι ήταν τμήματα της ίδιας ελληνικής κύλικας που χρονολογούνταν από το 490 π.Χ. περίπου. Ήταν κάτι που είχε απομείνει λίγο πριν από το χρυσό αιώνα της Αθήνας του Περικλή στο ειρηνικό διάστημα δηλαδή που μεσολαβούσε μεταξύ των Περσικών και Πελοποννησιακών πολέμων.

Σκηνές όπως αυτές που είδαμε δεν αποτυπώνουν απλώς τη ζωή των Αθηναίων στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Οι αγγειογράφοι μας έδειχναν παραστατικά τις νέες και σημαντικές δραστηριότητες που καθόρισαν τη φυσιογνωμία του πολιτισμού της Αττικής αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας κατά την κλασική εποχή. Η συστηματική εκπαίδευση των παιδιών και των εφήβων στα γράμματα, στη μουσική και στη γυμναστική ήταν μια αξιοσημείωτη καινοτομία της νεαρής αθηναϊκής δημοκρατίας, που σκοπό είχε να δώσει στους νέους τα εφόδια για να γίνουν σωστοί και ενεργοί πολίτες. Από την άλλη μεριά, η καλλιέργεια των Τεχνών, που συμβάδιζε με εκείνη των επιστημών, συνέβαλλε σημαντικά στην οικονομική άνθηση, αλλά και στην πνευματική καλλιέργεια και στην προβολή των πολιτιστικών αξιών, για τις οποίες οι Αθηναίοι και γενικότερα οι Έλληνες ήταν δικαιολογημένα περήφανοι. Μέσα από τις παραστάσεις των αγγείων, που πωλούνταν κυρίως στις αγορές της Ιταλίας, προβάλλονταν όχι μόνο οι ελληνικοί μύθοι, αλλά και η ζωή και τα επιτεύγματα των Αθηναίων.

Με μεγάλη υπομονή και λύνοντας γρίφους, το Met ανακατασκεύασε το κύπελλο και αποφάσισε ότι είχε δημιουργηθεί από δύο σημαντικούς καλλιτέχνες της αρχαίας κεραμικής: τον αγγειοπλάστη Ιέρωνα και τον ζωγράφο Μάκρωνα. Μπορεί κανείς να φανταστεί τον ενθουσιασμό όταν έφτασε το τελευταίο θραύσμα το 1994. Μια κύλικα από τερακότα, που είχε δημιουργηθεί στην Αθήνα 2.500 χρόνια νωρίτερα, είχε επιστρέψει στη ζωή. Το κύπελλο, με διάμετρο 13 ίντσες και απεικόνιση ενός άνδρα και μιας γυναίκας που ξαπλώνουν σε έναν καναπέ, εκτέθηκε πέντε χρόνια αργότερα: μια εικόνα αρχαίας ομορφιάς καθώς και μια πηγή για τη σύγχρονη επιστήμης και την τεχνικής της αγγειοπλαστικής. Δεν υπήρξε καλύτερη μαρτυρία για την καθημερινότητα εκείνων των χρόνων της αρχαιότητας, από τα αντίστοιχα κεραμικά της.

Το δίκτυο αρχαιοκαπηλείας που κρυβόταν πίσω

Ωστόσο, αξιωματούχοι των υπηρεσιών της αστυνομίας και δώδεκα αρχαιολόγοι και ιστορικοί τέχνης δήλωσαν σε συνεντεύξεις τους ότι πιστεύουν ότι μπορεί να έχουν επιδράσει στη σύνθεση της κύλικας και άλλες, λιγότερο φωτεινές δυνάμεις. Υποστήριξαν ότι τα μεμονωμένα θραύσματα της κύλικας, τα οποία είχαν πιθανότατα βρεθεί μαζί, διασκορπίστηκαν συνειδητά μεταξύ των εμπόρων που τα πούλησαν χωριστά στο Met, καθώς το μικρό τους μέγεθος απέτρεπε την προσοχή που θα τραβούσε ένα πλήρες κύπελλο.

Αυτό που προβλημάτισε τους ανθρώπους που ερευνούσαν την υπόθεση ήταν ότι δεν ήταν δυνατόν θραύσματα του ίδιου κυπέλλου, να έμειναν σπασμένα και θαμμένα κάτω από το έδαφος και να κατέληξαν στα χέρια διαφορετικών “πωλητών” που τα πούλησαν στο αμερικάνικο μουσείο. Τη στιγμή μάλιστα που τα ονόματα και των τριών από αυτούς συνδέθηκαν με δίκτυο λαθρεμπόρων αρχαιοτήτων.