Αφύσικα υψηλές θερμοκρασίες αντιμετωπίζει η Ισπανία τις τελευταίες εβδομάδες, ενώ σύμφωνα με ορισμένες προβλέψεις δεν αποκλείεται να δει έως και 40 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του Απριλίου. Εχοντας ήδη διανύσει τον πιο ξηρό Μάρτιο των τελευταίων 20 ετών, οι Αρχές ανησυχούν πλέον σοβαρά για μια επικείμενη λειψυδρία, καθώς βλέπουν τις αποθήκες νερού να αδειάζουν σε περιοχές που εξαρτώνται σημαντικά από τις βροχοπτώσεις.

O πρωθυπουργός της χώρας, Πέδρο Σάντσεθ, αναφέρθηκε με ανησυχία στη συνεχιζόμενη «δοκιμασία» που αντιμετωπίζει η χώρα του εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. «Η ισπανική κυβέρνηση κι εγώ έχουμε επίγνωση πως η συζήτηση σχετικά με την ξηρασία θα εξελιχθεί σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα τόσο στην πρωτεύουσα όσο και στην περιφέρεια της χώρας», είπε. Πολλοί προβλέπουν πως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η θερμοκρασία θα ξεπεράσει κατά πολύ τους 40 βαθμούς στη χώρα.

Η κρατική μετεωρολογική υπηρεσία Aemet δήλωσε ότι θα σημειωθεί η «προοδευτική είσοδος μιας πολύ θερμής και ξηρής αέριας μάζας αφρικανικής προέλευσης», που θα προκαλέσει «θερμοκρασίες καλοκαιριού».

Η Aemet δήλωσε ότι οι θερμοκρασίες στην κοιλάδα του Γουαδαλκιβίρ στην περιοχή της Ανδαλουσίας στη νότια Ισπανία, όπου βρίσκονται πόλεις όπως η Σεβίλλη, «θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τους 40 βαθμούς Κελσίου» την Πέμπτη ή την Παρασκευή».

Τη φετινή χρονιά, η μέση θερμοκρασία της παγκόσμιας επιφάνειας της θάλασσας έπιασε νέο υψηλό ρεκόρ. Είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που η θάλασσα θερμαίνεται τόσο πολύ και τόσο γρήγορα, και οι επιστήμονες δεν είναι αυτή τη στιγμή σε θέση να δώσουν μια εντελώς σαφή εξήγηση για το φαινόμενο.

Ανησυχούν όμως ότι η αύξηση αυτή, σε συνδυασμό με άλλα καιρικά φαινόμενα, θα μπορούσε να οδηγήσει τη θερμοκρασία του πλανήτη σε ακόμη πιο υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος του επόμενου έτους. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι το ισχυρό καιρικό φαινόμενο Ελ Νίνιο –ένα ωκεάνιο φαινόμενο που οδηγεί σε αύξηση της θερμοκρασίας του νερού σε ωκεανούς κυρίως στο ύψος του Ισημερινού κατά 3° C–θα κάνει την εμφάνισή του κατά τους επόμενους μήνες αυξάνοντας και άλλο τη θαλάσσια θερμοκρασία.

Η αύξηση της θερμοκρασίας των ωκεανών μπορεί όχι μόνο να σκοτώσει τη θαλάσσια ζωή, αλλά και να ενισχύσει τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Επιπλέον, καθιστά τους ωκεανούς λιγότερο αποτελεσματικούς στην απορρόφηση των αερίων του θερμοκηπίου, που θερμαίνουν τον πλανήτη.

Μια σημαντική νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα και πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, αναδεικνύει μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη. Τα τελευταία 15 χρόνια, η Γη έχει συσσωρεύσει σχεδόν τόση θερμότητα όση και τα προηγούμενα 45 χρόνια, με το μεγαλύτερο μέρος τής επιπλέον θερμότητας να πηγαίνει στους ωκεανούς. Τον Μάρτιο, οι θερμοκρασίες στην επιφάνεια της θάλασσας στην ανατολική ακτή της Βόρειας Αμερικής ήταν κατά 13,8 βαθμούς υψηλότερες από τον μέσο όρο της περιόδου 1981-2011.

«Δεν είναι ακόμη καλά τεκμηριωμένο γιατί συμβαίνει μια τόσο ραγδαία αλλαγή», δήλωσε η Καρίνα φον Σκούκμαν, επικεφαλής της μελέτης και ωκεανογράφος στην ερευνητική ομάδα Mercator Ocean International. «Δεν θέλω να πω ότι αυτό είναι κλιματική αλλαγή ή φυσική μεταβλητότητα ή ένα μείγμα και των δύο, δεν ξέρουμε ακόμη. Αλλά βλέπουμε αυτή την αλλαγή και ανησυχούμε πάρα πολύ», πρόσθεσε.

Ρύπανση από τη ναυτιλία

Ενας παράγοντας που θα μπορούσε να επηρεάσει το επίπεδο της θερμότητας που εισέρχεται στους ωκεανούς είναι, παραδόξως, η μείωση της ρύπανσης από τη ναυτιλία. Το 2020, ο Διεθνής Οργανισμός Ναυτιλίας έθεσε σε εφαρμογή έναν κανονισμό για τη μείωση της περιεκτικότητας σε θείο των καυσίμων που καίνε τα πλοία. Αυτό είχε γρήγορο αντίκτυπο, μειώνοντας την ποσότητα των σωματιδίων αερολύματος που απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα. Ομως τα αερολύματα που ρυπαίνουν τον αέρα βοηθούν επίσης στην ανάκλαση της θερμότητας πίσω στο Διάστημα.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη γίνεται με άλματα. Βλέπουμε μικρές αλλαγές για μια περίοδο ετών και στη συνέχεια ξαφνικά άλματα προς τα πάνω, που συνδέονται στενά με την ανάπτυξη του Ελ Νίνιο.

Υπάρχει κάποια ελπίδα σε αυτό το σενάριο, σύμφωνα με τη Φον Σκούκμαν. Οι θερμοκρασίες μπορεί να μειωθούν και πάλι μετά την υποχώρηση του Ελ Νίνιο. «Εχουμε ακόμη ένα παράθυρο όπου μπορούμε να δράσουμε και θα πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε για να μειώσουμε τις συνέπειες», υπογράμμισε η ερευνήτρια.

Στο μεταξύ, μια νέα βρετανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature δείχνει ότι περισσότερο ευάλωτες στους καύσωνες είναι χώρες και περιοχές που δεν έχουν βιώσει στο παρελθόν ακραία ψηλές θερμοκρασίες και είναι απροετοίμαστες. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η περιοχή γύρω από το Πεκίνο, αλλά και αναπτυσσόμενες, όπως το Αφγανιστάν, η Γουατεμάλα και η Παπούα Νέα Γουινέα.

Οι αριθμοί

0,9 βαθμούς Κελσίου αυξήθηκε η θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας σε σχέση με την περίοδο πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση.

0,6 βαθμοί Κελσίου ήταν η αύξηση στην επιφάνεια της θάλασσας τα τελευταία 40 χρόνια.

0,2-0,25 βαθμοί Κελσίου πρόσθετη αύξηση θα μπορούσε να είναι η επίδραση του φαινομένου Ελ Νίνιο.