Η κλιματική αλλαγή και οι κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις έχουν πολύπλευρες επιπτώσεις στη διαθεσιμότητα, την ποιότητα και τις απαιτήσεις για υδάτινους πόρους στο μέλλον και αυτές οι τρεις πτυχές θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την αξιολόγηση της μελλοντικής λειψυδρίας.
Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Climate Change, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης επιχείρησαν να φωτίσουν την κλιμακούμενη παγκόσμια κρίση καθαρού νερού. Προσπαθώντας να υπολογίζουν την σημερινή και μελλοντική παγκόσμια λειψυδρία χρησιμοποιώντας προσομοιώσεις από ένα υπερσύγχρονο μοντέλο ποσότητας και ποιότητας νερού.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 55% των ανθρώπων στον πλανήτη σήμερα κατοικούν σε μέρη με έλλειψη καθαρού νερού τουλάχιστον για έναν μήνα ετησίως αλλά όπως εκτιμούν οι μελετητές «μέχρι το τέλος του αιώνα, αυτό μπορεί να φτάσει το 66%.
Η παγκόσμια λειψυδρία αναμένεται να επιδεινωθεί στο μέλλον, αλλά η έκταση και οι επιπτώσεις αυτού του ζητήματος θα διαφέρουν σημαντικά στις διάφορες περιοχές του κόσμου. Για παράδειγμα, η προβλεπόμενη αύξηση της λειψυδρίας στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική αναμένεται να είναι εποχιακή, κυρίως κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων μηνών και θα επηρεάζεται κυρίως από τη διαθεσιμότητα νερού. Αντίθετα, στις αναπτυσσόμενες χώρες, η λειψυδρία είναι πιθανό να είναι πιο εκτεταμένη γεωγραφικά και να διαρκέσει για μεγαλύτερες περιόδους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Η μελλοντική έκθεση στην λειψυδρία είναι δριμύτερη στον Παγκόσμιο Νότο λόγω της ταχείας πληθυσμιακής και οικονομικής ανάπτυξης, της κλιματικής αλλαγής και της επιδείνωσης της ποιότητας του νερού.

Ποιότητα νερού: Η αόρατη πτυχή της λειψυδρίας

Η ποιότητα του νερού παραμένει υποβαθμισμένη συνιστώσα των αξιολογήσεων λειψυδρίας. Ο Δρ. Edward Jones, ένας εκ των συγγραφέων της έκθεσης εξηγεί ότι «οι προηγούμενες αξιολογήσεις εξακολουθούν να επικεντρώνονται κυρίως στις πτυχές της ποσότητας του νερού, ωστόσο, η ασφαλής χρήση του νερού εξαρτάται επίσης από την ποιότητα».
Έτσι, η τυποποίηση της συμπερίληψης της ποιότητας του νερού στις αξιολογήσεις της λειψυδρίας και στην ανάπτυξη διαχειριστικών σχεδίων για τη μείωσή της ήταν ένας άλλος σημαντικός στόχος αυτής της έρευνας.
«Η έλλειψη καθαρού νερού παρουσιάζει συστημικό κίνδυνο τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τα οικοσυστήματα, ο οποίος γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Η εργασία μας υπογραμμίζει ότι, παράλληλα με τη σημαντική μείωση των απαιτήσεών μας σε νερό, πρέπει να εστιάσουμε εξίσου στην εξάλειψη της ρύπανσης των υδάτων», αναφέρει η μελέτη.
Λειψυδρία: Γιατί η Ευρώπη βρίσκεται σε δεινή θέση
Παρά το γεγονός ότι η αφρικανική ήπειρος και άλλες περιοχές έχουν αναδειχθεί κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών ως οι κατεξοχήν περιοχές που βιώνουν έντονη λειψυδρία η κατάσταση στην Ευρώπη, αν και απέχει πολύ από εκείνη των αναπτυσσόμενων περιοχών, επιδεινώνεται επίσης.

Η κλιματική αλλαγή και η παρατεταμένη ξηρασία «στεγνώνουν» την γηραιά ήπειρο με την Νοτιοανατολική Ευρώπη να δέχεται την μεγαλύτερη επιρροή.

Ο χάρτης της Κομισιόν που εξετάζει τις συνθήκες ξηρασίας στα ευρωπαϊκά κράτη, καταγράφει επίμονες συνθήκες ξηρασίας στη νότια Ευρώπη στις αρχές Μαΐου, με σοβαρές, επίμονες και κρίσιμες συνθήκες στην περιοχή της νότιας Μεσογείου. Σύμφωνα με τις καταγραφές, η Νοτιοανατολική Ευρώπη αντιμετωπίζει μεταβλητές συνθήκες ξηρασίας, η Σκανδιναβία βλέπει διάσπαρτα σημεία ξηρασίας χωρίς σημαντικές επιπτώσεις ενώ δεν υπάρχουν σημάδια για ξηρασία στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο συνδυασμένος δείκτης ξηρασίας (CDI) στις αρχές Μαΐου 2024 έδειξε ότι η ανατολική Ισπανία, το μεγαλύτερο μέρος της νότιας και κεντροανατολικής Ιταλίας, η Μάλτα, το μεγαλύτερο μέρος της Ρουμανίας, το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας, τα βόρεια Βαλκάνια, η δυτική Κύπρος, τα νησιά της Μεσογείου και το μεγαλύτερο μέρος της Τουρκίας ήταν σε κατάσταση συναγερμού.
Στο μεγαλύτερο μέρος της Σκανδιναβίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας, της Ιβηρικής χερσονήσου, στο μεγαλύτερο μέρος της Γαλλίας, της Μπενελούξ, της Γερμανίας, στο μεγαλύτερο μέρος της Πολωνίας, της Αυστρίας, της Τσεχίας, της Σλοβακίας, της Ουγγαρίας, της Ουκρανίας, της Λιθουανίας και της Λευκορωσίας καταγράφτηκε ανάκαμψη ή οι συνθήκες χαρακτηρίστηκαν ως φυσιολογικές.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι θερμοκρασίες ήταν κοντά στον εποχιακό μέσο όρο σε όλη την Ευρώπη, εκτός από την Ιβηρική Χερσόνησο όπου ήταν ελαφρώς θερμότερες.