Αντιμέτωποι με την ανεπάρκεια νερού βρίσκονται μόνιμοι κάτοικοι και τουρίστες σε πολλές τουριστικές περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα σε μία περίοδο όπου ολόκληρος ο πλανήτης βιώνει έντονα τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Η τουριστική δραστηριότητα ασκεί τεράστιες πιέσεις στους υδάτινους πόρους, καθώς οι απαιτήσεις νερού στα τουριστικά καταλύματα για την κάλυψη των αναγκών σε πόσιμο νερό και σε εγκαταστάσεις αναψυχής (πισίνες, πάρκα νερού, γήπεδα golf) είναι τεράστιες και ξεπερνούν την φέρουσα ικανότητα των περιοχών υποδοχής.
Αλλά και εκτός τουριστικής περιόδου, η ολοένα αυξανόμενη ζήτηση νερού δύσκολα καλύπτεται, καθώς τα υδάτινα αποθέματα μειώνονται, λόγω της έντονης λειψυδρίας και των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.
Η παλαιότητα των δικτύων είναι μία από τις κύριες αιτίες προβλημάτων επάρκειας σε όλη τη χώρα. Συνέπεια αυτής είναι οι συστηματικές διαρροές νερού, που στην περιοχή της Αττικής ανέρχονται στο 25%, ενώ σε άλλες περιοχές φτάνουν έως και το 60%. Όπως αναφέρει πρόσφατη έκθεση του ο Συνήγορος του Πολίτη, ειδικά στα ελληνικά νησιά, η επαρκής διαθεσιμότητα νερού αποτελεί μια συνεχή πρόκληση. Τα τελευταία χρόνια, η φέρουσα ικανότητα αρκετών τουριστικών προορισμών (όπως η Μύκονος και η Χαλκιδική) αποτελεί αντικείμενο μελέτης, σε μία προσπάθεια να αναπτυχθεί ένα εργαλείο βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης για την αντιμετώπιση, μεταξύ άλλων, της υπερεκμετάλλευσης των υδάτινων πόρων. Ο φορέας έχει γίνει πολλές φορές δέκτης αναφορών για το πρόβλημα της ανεπάρκειας ύδρευσης σε τουριστικούς δήμους είτε με τη μορφή της χαμηλής πίεσης, είτε με διακοπές υδροδότησης, τόσο σε νησιά (Ρόδος, Κέρκυρα, Λέσβος, Κρήτη, Θάσος, Θήρα) όσο και σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας (Σιθωνία Χαλκιδικής, Νέα Προποντίδα, Τζουμέρκα, Πρέσπες, Μέτσοβο).
Παρά το γεγονός ότι ως μέτρα αντιμετώπισης έχουν προταθεί η αντικατάσταση των δικτύων, καθώς και η εκτέλεση έργων (διάνοιξη νέων υδρογεωτρήσεων, κ.λπ, συχνά καταγγέλλεται η παράνομη διάνοιξη γεωτρήσεων και η υπέρβαση των υφιστάμενων αδειών (για την εξυπηρέτηση τουριστικών και όχι μόνο εγκαταστάσεων). Για παράδειγμα, κατά τη διερεύνηση σχετικής αναφοράς στον Συνήγορο του Πολίτη, διαπιστώθηκε η διάνοιξη γεωτρήσεων από δήμο, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες του σε νερό, χωρίς τη λήψη σχετικής αδειοδότησης.
Η έλλειψη αδειοδότησης έχει ως αποτέλεσμα τη μη λήψη υπόψη των διαθέσιμων αποθεμάτων ύδατος, σύμφωνα με τα οικεία Σχέδια Διαχείρισης Υδάτων, με άμεσο κίνδυνο την εξάντληση αυτών. Αξιοσημείωτο είναι ότι 50 περίπου οικισμοί των νήσων Άνδρου, Κιμώλου, Τήνου και Μυκόνου δεν υδροδοτούνται καθόλου με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Στα νησιά του Βορείου Αιγαίου τα προβλήματα επάρκειας νερού δεν είναι τόσο έντονα όσο στο Νότιο Αιγαίο, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι συχνές διακοπές υδροδότησης. Παρόμοια ζητήματα επάρκειας νερού παρατηρούνται και σε περιοχές της Κρήτης. Σημαντική παράμετρος του προβλήματος αυτού αποτελεί η χρήση του νερού των υφιστάμενων δικτύων ύδρευσης για σκοπούς άρδευσης (ποτίσματα κήπων) ή λειτουργίας εγκαταστάσεων αναψυχής (γέμισμα πισίνων).
Η έλλειψη υδάτινων πόρων έχει οδηγήσει ορισμένους οικισμούς κυρίως στην Χαλκιδική και την Θεσσαλονίκη να τροφοδοτούνται αποκλειστικά από γεωτρήσεις, των οποίων η δυναμικότητα δεν επαρκεί για την κάλυψη των υδρευτικών αναγκών, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο. Λόγω του ελλειμματικού υδρολογικού ισοζυγίου, μάλιστα οι εκτός σχεδίου κατοικίες υδροδοτούνται αποκλειστικά από ιδιωτικά έργα, τα οποία είναι πιθανό να μην έχουν αδειοδοτηθεί. Ένα ακόμα σημαντικό πρόβλημα, που παρατηρείται σε περιοχές με ανεπάρκεια νερού, είναι η υπεράντληση των υδάτων μέσω γεωτρήσεων, που οδηγεί σε εξάντληση των υδάτινων πόρων αλλά και υφαλμύρινση αυτών. Τέτοια φαινόμενα υπεραντλήσεων έχουν εμφανιστεί σε Λέσβο, Λήμνο, Νότια Χίο, Σάμο, ενώ στη νοτιοδυτική Νάξο οι γεωτρήσεις έχουν φτάσει σε κάποιο σημείο σε βάθος 400 – 500 μέτρων (δηλαδή, πολύ κάτω από τη στάθμη της θάλασσας) και εκτιμάται ότι σύντομα κινδυνεύουν να εξαντληθούν. Στις νησιωτικές περιοχές, οι υδρευτικές ανάγκες καλύπτονται από γεωτρήσεις, λιμνοδεξαμενές, φράγματα, και κυρίως μονάδες αφαλάτωσης, ενώ μόνο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μεταφέρεται νερό με υδροφόρα πλοία.
Ωστόσο, συχνά διαπιστώνεται ότι τα έργα επιφανειακής ταμίευσης δεν αποδίδουν λόγω παρατεταμένης έλλειψης βροχοπτώσεων.. Ειδικά στις Κυκλάδες, το 51% του πληθυσμού πίνει νερό από αφαλατώσεις, δευτερευόντως από υπόγεια υδατικά συστήματα και ένα μικρότερο ποσοστό από επιφανειακές πηγές. Αξίζει να σημειωθεί πως πριν από αρκετά χρόνια, σε δημοφιλή νησιά των Κυκλάδων όπως η Θήρα, δεν ήταν εφικτή η εγκατάσταση μονάδων αφαλάτωσης για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, λόγω περιορισμών στις θεσμοθετημένες χρήσης γης.
Μία άλλη παράμετρος όμως που πρέπει να εξεταστεί είναι το γεγονός ότι η αφαλάτωση, που αποτελεί πλέον εδραιωμένη λύση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας στα νησιά, είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα, με υψηλό ενεργειακό κόστος και μεγάλο περιβαλλοντικό αποτύπωμα (λόγω διάθεσης της άλμης, του ρεύματος δηλαδή του νερού με υψηλή συγκέντρωση σε άλατα). Με την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της Ένωσης των Δ.Ε.Υ.Α. (Ε.Δ.Ε.Υ.Α.), το 35-40% του λειτουργικού τους κόστους το 2022 αφορούσε στις ενεργειακές τους ανάγκες. Όπως αναφέρει ο Συνήγορος του Πολίτη, παρά τη διαβεβαίωση ότι οι καταναλωτές δεν θα επιβαρυνθούν με αυξήσεις στα τιμολόγια νερού, ο φορέας δέχθηκε αναφορές που κατήγγειλαν αύξηση των τελών ύδρευσης από Δ.Ε.Υ.Α. τουριστικών περιοχών, όπως η Χίος και το Ηράκλειο Κρήτης.

Τι πρέπει να γίνει για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειας νερού

Η αντιμετώπιση ανεπάρκειας νερού βασίζεται σε τεχνικές παρεμβάσεις και λήψη μέτρων εξοικονόμησης νερού. Ειδικά στον τομέα του τουρισμού, η ελληνική νομοθεσία δίνει πλέον βαρύτητα στα οικολογικά χαρακτηριστικά του καταλύματος για την κατάταξή του σε αριθμό αστεριών. Ενέργειες όπως η μέτρηση της κατανάλωσης, η παρακολούθηση των διαρροών, η ανάλυση της ποιότητας του νερού, αλλά και η εκπαίδευση του εργαζομένων και η ευαισθητοποίηση των φιλοξενουμένων, μπορούν να συμβάλουν δραστικά στη μείωση του υδατικού αποτυπώματος του καταλύματος.
Σε επίπεδο υποδομών και πολιτικής, οι αναγκαίες τεχνικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειας νερού πρέπει να στοχεύουν σε τρεις πυλώνες: α) Στην υλοποίηση έργων για τη μείωση του υψηλού ποσοστού διαρροών στα δίκτυα ύδρευσης λόγω παλαιότητας, με αναβάθμιση των υποδομών (υλοποίηση εργασιών αποκατάστασης ζημιών, στεγανοποίησης ή ακόμα και ολικής αντικατάστασης των δικτύων), β) στη χρήση μη συμβατικών ρευμάτων νερού, διερευνώντας τρόπους ταμίευσης των ομβρίων και αξιοποιώντας τα επιφανειακά ύδατα και γ) στην ενίσχυση του υδροφόρου μέσω μικρών φραγμάτων συγκράτησης των πλημμυρικών απορροών.
Σύμφωνα με τον Συνήγορο του Πολίτη απαιτούνται η λήψη μέτρων προστασίας των πηγών ύδρευσης, τήρηση αποστάσεων ασφαλείας από κοντινές πηγές ρύπανσης, η επαρκής συντήρηση των δικτύων, η διενέργεια υγειονομικής αναγνώρισης σε διάφορα τμήματα του συστήματος ύδρευσης, η συστηματική παρακολούθηση της ποιότητας πόσιμου ύδατος με δειγματοληψίες από διάφορα σημεία του δικτύου διανομής και αναλύσεις από διαπιστευμένα εργαστήρια. Στις περιπτώσεις που παρατηρούνται συστηματικές υπερβάσεις παραμετρικών τιμών στο νερό προτείνεται η εφαρμογή κατάλληλης επεξεργασίας ή/και αναζήτηση εναλλακτικής πηγής υδροδότησης ενώ κάθε έργο χρήσης και αξιοποίησης των υδάτινων πόρων θα πρέπει να είναι συμβατό με το αντίστοιχο πρόγραμμα ολοκληρωμένης διαχείρισης αυτών. Τα έργα αυτά θα πρέπει να ενταχθούν στο Εθνικό Μητρώο Σημείων Υδροληψίας και μη διάνοιξη γεωτρήσεων, χωρίς προηγούμενη αδειοδότηση ενώ η ενεργειακή κάλυψη των μονάδων αφαλάτωσης θα μπορούσε να γίνεται με εναλλακτικές μορφές ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά συστήματα, ώστε να μην μετατραπεί το πρόβλημα της επάρκειας νερού σε ενεργειακό.

Ομοίως, πριν από την χρηματοδότηση έργων πρώτης προτεραιότητας, και συγκεκριμένα νέων έργων υδροληψίας και νέων αφαλατώσεων, ο φορέας προτείνει την εκπόνηση και έγκριση μελέτης σκοπιμότητας, με ανάλυση των εναλλακτικών δυνατοτήτων ύδρευσης και επιλογή της βέλτιστης λύσης, με περιβαλλοντικά και οικονομοτεχνικά κριτήρια).
Προγράμματα για την βιώσιμη διαχείριση νερού και την κυκλική οικονομία στα νησιά

Σε ορισμένα νησιά έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται προγράμματα για τη βιώσιμη και αποδοτική διαχείριση του νερού από τον τουριστικό κλάδο. Η Φολέγανδρος συμμετέχει στο πρόγραμμα προστασίας υδατικών πόρων «ZeroDrop», όπου δοκιμάζεται μια πιλοτική τεχνολογική εφαρμογή για τη μετατροπή της ατμοσφαιρικής υγρασίας σε πόσιμο νερό υψηλής ποιότητας, μέσω ηλιακών συμπυκνωτών υδρατμών. Επίσης, η Λέσβος, η Μύκονος και η Τήνος συμμετέχουν στο ερευνητικό έργο «Hydrousa», που εντάσσεται στα προγράμματα κυκλικής οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ορθολογική διαχείριση υδάτινων πόρων σε σχετικά απομονωμένες νησιωτικές περιοχές με έντονη λειψυδρία.